Το υψηλότερο ποσοστό Ελλήνων ηλικίας 20-64 με ανώτατη εκπαίδευση που διαμένουν στην Ευρώπη καταγράφει το greeceinfigures.com, επικαλούμενο στοιχεία της Eurostat.
Είτε για σπουδές, είτε για δουλειά, είτε και για τα δύο, εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τη χώρα στα χρόνια της κρίσης και παρόλο που το μεταναστευτικό κύμα παρουσιάζει σήμερα καμπή, η Ελλάδα εξακολουθεί να υφίσταται τις επιπτώσεις του brain drain.
Γιατί όμως οι Έλληνες αναχωρούν για το εξωτερικό -και ενδεχομένως το άγνωστο- στην πιο παραγωγική τους ηλικία και πώς αντιμετωπίζουν τον τόπο τους όσοι έχουν χτίσει τη ζωή τους σε άλλη χώρα;

Το Reader.gr μίλησε με τον Στέλιο, την Ιωάννα, την Κλεοπάτρα και τη Ζωή, τέσσερις νέους ανθρώπους με διαφορετικά υπόβαθρα και αφετηρίες που ζουν και εργάζονται στην Ευρώπη, παρουσιάζοντας τις ιστορίες τους και την εικόνα που έουν για τον τόπο που άφησαν πίσω.
Διαβάστε ακόμα: Δημογραφικό: Η Ελλάδα έφτασε στο «και πέντε» αγνοώντας ένα πρόβλημα που σιγοβράζει για δεκαετίες
Στέλιος: «Δεν σκέφτομαι να γυρίσω»
«Έφυγα τον Ιανουάριο του 2016 για δουλειά στην Αγγλία, μέσα στην περίοδο της κρίσης», αφηγείται στο Reader.gr ο Στέλιος, 37 ετών σήμερα, απόφοιτος του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου και επί 10 συναπτά έτη κάτοικος Λονδίνου. Εργάζεται στον τομέα της εστίασης, μαζί με τη σύντροφό του.
«Είχα τελειώσει με τις υποχρεώσεις μου στον στρατό και έψαχνα για δουλειά, αλλά οι συνθήκες ήταν πάρα πολύ δύσκολες: χαμηλοί μισθοί, δεν υπήρχαν αρκετές δουλειές, τα ωράρια ήταν εξοντωτικά, οπότε πήρα την απόφαση να κοιτάξω για κάτι στο εξωτερικό», λέει, αποκαλύπτοντας ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να συνεχίσει για επιπλέον σπουδές, όπως μεταπτυχιακό. «Έπρεπε να βρω κάτι για να βιοπορίζομαι».
«Έξω οι συνθήκες είναι λίγο καλύτερες, τα χρήματα είναι περισσότερα, ώστε να μπορώ να καλύπτω τα έξοδά μου και να μπορώ να ζήσω», σημειώνει ο Στέλιος, ο οποίος πήρε την απόφαση μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Επέλεξε την Αγγλία λόγω γλώσσας, αλλά και διότι η αδερφή του ζούσε ήδη εκεί, μεταναστεύοντας επίσης για δουλειά. «Πιστεύω ότι κανείς δεν θέλει να φύγει από τη χώρα του, όπου έχει τους ρυθμούς, τους φίλους, την οικογένειά του, αλλά οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες τόν αναγκάζουν», εξηγεί και συνεχίζει:
«Στην αρχή είπα στον εαυτό μου ότι πάω για έναν χρόνο, να δω πώς είναι και αν δεν μου αρέσει, ξαναγυρνάω. Πλέον, είμαι εδώ 10 χρόνια και μού αρέσει, έχω τη σύντροφό μου, φίλους, ένα κοινωνικό περίγυρο που μπορεί να με στηρίξει και να κάνουμε πράγματα».
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Στέλιος είναι κατηγορηματικός: «Δεν σκέφτομαι να γυρίσω». Επικαλείται την προσπάθεια της αδερφής του που επέστρεψε, ωστόσο έφυγε πάλι για την Αγγλία, καθώς «ο κατώτατος μισθός που έπαιρνε ήταν 750 ευρώ και το ενοίκιο με τους λογαριασμούς ήταν γύρω στα 650 ευρώ».
«Το οικονομικό είναι που με φοβίζει από το να γυρίσω στην Ελλάδα, καθώς δεν θα μπορούσα να επιβιώσω. Εργάζομαι στην εστίαση και θα ήταν δύσκολο. Θες μία εργασία να σού παρέχει τα προς το ζην και να μπορείς να κάνεις κάποια πράγματα για το μέλλον, οικογένεια, σπίτι κλπ».
Θεωρεί ότι η αναλογία μισθοί - ακρίβεια στην Ελλάδα είναι πολύ χειρότερη απ' ότι στην Αγγλία. «Όχι ότι εδώ ζεις πλουσιοπάροχα, αλλά μπορείς να αποταμιεύσεις ένα ποσό και δεν θα διπλοσκεφτείς να βγεις για μία μπύρα. Στην Ελλάδα αντίθετα φίλοι και γνωστοί ζορίζονται ακόμα και για τα βασικά, στο σούπερ μάρκετ ας πούμε», λέει.
Ο Στέλιος θέλει η χώρα μας να αλλάξει: «Πέρα από τις κυβερνητικές πολιτικές, πρέπει να αλλάξει η νοοτροπία που έχουμε ως κοινωνία και ο κόσμος να κοιτάει και τον διπλανό του. Αν πάρουν όλοι απόφαση να βελτιώσουν τη ζωή τους, να το κάνουν συλλογικά, όχι ατομικά, αλλά και να μην περιμένει κάποιον "μεσσία". Πιστεύω ότι αν παλέψει ο κόσμος για αυτό, πολλά παιδιά που έφυγαν, θα γυρίσουν».
Σχολιάζει δε ένα event που έγινε πρόσφατα στο Λονδίνο στο πλαίσιο του «Rebrain Greece». «Το παρακολουθήσα και είδα ότι τα περισσότερα σχόλια ήταν σε στύλ: "ρε παιδιά μάς κοροϊδεύετε, ποιός θα γυρίσει;". Οι μόνοι που θα γυρίσουν είναι όσοι μπορούν να βρουν δουλειά σε μεγάλες επιχειρήσεις ή αν γνωρίζουν κάποιον», λέει και καταλήγει:
«Πιστεύω ότι αρκετός κόσμος θέλει να γυρίσει, κάνει την προσπάθεια, επιστρέφει και τελικά φεύγει και πάλι για το εξωτερικό. Είναι ελάχιστοι που λένε "γύρισα και είμαι καλά στην Ελλάδα"».

Ιωάννα: «Εύχομαι κάποια στιγμή να αλλάξουν τα πράγματα στην Ελλάδα»
Η Ιωάννα, 35 ετών, κατάγγεται από επαρχιακή πόλη της Ελλάδας και σπούδασε σε ΙΕΚ Πληροφορικής στην Αθήνα. Πριν τον κορονοϊό εργαζόταν σε αρκετές δουλειές - πωλήτρια, ταμίας, στο τμήμα πωλήσεων περιοδικών, σε μεσιτικό γραφείο.
Μετά την πρώτη καραντίνα μετακόμισε με τον σύντροφό της στην Κέρκυρα, καθώς εκείνος ξεκίνησε να εργάζεται σε ξενοδοχείο. Μετά τη δεύτερη καραντίνα, η Ιωάννα έπειασε δουλειά σε spa ξενοδοχείου, έξι με επτά ημέτρες την εβδομάδα, 10ωρο έως και 12ωρο.
Τον Απρίλιο του 2022 μετακόμισαν σε μία μικρή πόλη στη Γαλλία, όπου επίσης δούλευαν σε ξενοδοχείο, όμως μετά από λίγους μήνες, τον Νοέμβριο, έφυγαν για το Δουβλίνο, όπου βρήκαν δουλειά στα ίδια ξενοδοχειακά πόστα.
«Μένω και δουλεύω εδώ 3,5 χρόνια και οι συνθήκες είναι πολύ πιο καλές. Μπορεί ανά περιόδους να δουλέψεις 6 - 7 ημέρες συνεχόμενα, ωστόσο αυτό αποτελεί εξαίρεση», αφηγείται στο Reader.gr.
«Εδώ οι εργασιακοί νόμοι τηρούνται και οι μισθοί είναι πολύ καλοί. Μπορεί η ακρίβεια να έχει αυξηθεί, αλλά δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα», λέει. Τον Φεβρουάριο έκανε με τον σύντροφό της συνέντευξη σε ξενοδοχείο στη ώρα μας, αλλά η θέση που τής προτάθηκε αφορούσε μόνο την τουριστική σεζόν, εξαήμερη εργασία, ενώ ο μισθός ήταν χαμηλότερος.
Όπως λέει η Ιωάννα, «η μία οπτική είναι ότι θα μπορούσα να γυρίσω στην Ελλάδα με λιγότερα χρήματα, αλλά να δουλεύω πενθήμερο οκτάωρο. Επειδή δεν γίνεται, προτιμώ να δουλεύω εδώ και ας είναι λίγο πιο ακριβή η ζωή».
Διαβάστε ακόμα: «Πώς είναι η ζωή μου με τον κατώτατο μισθό»: Τρεις ιστορίες νέων εργαζομένων
«Αν υπήρχε εργασία στην Ελλάδα όλο το χρόνο, πενθήμερη και οκτάωρη, ενδεχομένως να μάς έμεναν τα ίδια χρήματα, αλλά προτιμούμε να μένουμε εδώ, όπου τουλάχιστον υπάρχουν καλές εργασιακές συνθήκες», εξηγεί και συμπληρώνει:
«Οι μισθοί στον ξενοδοχειακό τομέα δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος ζωής της Ελλάδας και οι εργασιακές συνθήκες είναι άσχημες. Θέλουμε να γυρίσουμε, αλλά όταν βλέπουμε πως είναι τα πράγματα λέμε "καλά είμαστε" ή "να ψάξουμε κάποια άλλη χώρα για να μετακομίσουμε"».
Κανένας από το περιβάλλον της Ιωάννας και του συντρόφου της δεν ήθελε να φύγουν. «Οι γονείς θέλουν να γυρίσουμε, όμως δεν είχαμε οικονομική βοήθεια. Αυτό που έχουμε είναι να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον και να διεκδικούμε τα αυτονόητα», τονίζει.
Αναφέρεται παράλληλα στην ποιότητα ζωής στην Ελλάδα. Ο καιρός και το φαγητό, όπως λέει, είναι ασυναγώνιστα, όμως άλλα πράγματα είναι ιδιαίτερα προβληματικά για την ίδια.
«Για παράδειγμα, στην Αθήνα η ποιότητα ζωής είναι οικτρή όσον αφορά την κίνηση ή τις συγκοινωνίες. Ακόμα, οι άνθρωποι δυσκολεύονταν να τα βγάλουν πέρα, έχουν κακή διάθεση, νευριάζουν -πράγμα λογικό- και όλο αυτό το μεταδίδουν ακόμα και σε έναν περαστικό στον δρόμο. Από την άλλη, μπορεί στην Κέρκυρα η κατάσταση να ήταν καλύτερη, όμως το εργασιακό και το οικονομικό ήταν το βασικό κριτήριο για να φύγουμε», αφηγείται.
Η Ιωάννα είναι άνθρωπος που αγαπάει τη δουλειά της, παρόλο που δεν σχετίζεται με τις σπουδές της ή με όσα έκανε στο παρελθόν: «Από την πρώτη στιγμή που μπήκα στο spa ένιωσα σαν στο σπίτι μου. Είμαι πάρα πολύ επικοινωνιακή και μού αρέσει να γνωρίζω κόσμο και έτσι ένιωσα όμορφα και οικεία. Προφανώς ήταν δύσκολα στην αρχή, αλλά ξεκίνησα εξ αποστάσεως εκπαίδευση στο spa management για να μπορέσω να αποκτήσω επιπλέον γνώση».
Όπως λέει χαρακτηριστικά, «εύχομαι κάποια στιγμή να αλλάξουν τα πράγματα στην Ελλάδα γιατί αυτό που έχουμε εκεί, το "φιλότιμο", δεν το βρήκαμε σε καμία άλλη χώρα που επισκεφθήκαμε».
Ωστόσο, «τα τελευταία χρόνια λόγω των πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων, αλλά και με τα Τέμπη, ο κόσμος είναι τρομερά απογοητευμένος. Την τελευταία φορά που κατέβηκα τον περασμένο Μάρτιο, σχεδόν είπα ότι δεν θα ξανακατέβω».

Κλεοπάτρα: «Η Ελλάδα απομακρυνόταν από εμένα και τους στόχους μου»
Η Κλεοπάτρα, 35 ετών σήμερα, είναι απόφοιτος Ψυχολογίας Παντείου, έκανε μεταπτυχιακό στη Γλασκώβη, κατοικει στο Λονδίνο, ενώ στη Βρετανία ζει και εργάζεται τα τελευταία 12 χρόνια.
«Πάντα είχα στο μυαλό μου να κάνω μεταπτυχιακό. Τέλειωσα τη σχολή, αλλά ποτέ δεν ήθελα να φύγω άμεσα. Έλεγα "θα πάω για ένα χρόνο και θα ξαναγυρίσω". Τελικά πήγα, πέρασα ωραία, είδα και άλλα πράγματα, άλλες νοοτροπίες. Έφυγα τον Σεπτέμβριο του 2014 και έχουμε Μάιο του 2026 και είμαι ακόμα εδώ», λέει στο Reader.gr.
«Όταν τον Σεπτέμβριο του 2015 τέλειωσα το μεταπτυχιακό, στην Ελλάδα υπήρχε μεγάλη οικονομική κρίση και η κατάσταση ήταν πολύ άσχημη, οπότε είπα να βρω δουλειά εδώ, να δούμε πώς θα πάει, και αν η κατάσταση βελτιωνόταν, να γύριζα», αφηγείται και συνεχίζει:
«Όσο περνούσε ο καιρός και έβρισκα εύκολα δουλειές, ενώ παράλληλα άκουγα τι γίνεται στην Ελλάδα με τα εργασιακά και τη ζωή, κάτι που με απομάκρυνε από το να γυρίσω. Όχι ότι στην Αγγλία ήταν πολύ πιο εύκολα στην αρχή, καθώς μού πήρε έξι μήνες να μπω στην αγορά εργασίας, αλλά ήταν πολύ πιο εύκολο από το να γυρίσω στην Ελλάδα τη δεδομένη περίοδο».
Η Κλεοπάτρα, κατά τη διάρκεια των σπουδών της στο Πάντειο, απασχολούνταν ως εθελόντρια σε δομή ψυχικής υγείας. Η πρώτη της δουλειά όμως ήταν στην Βρετανία. Όπως λέει, «μπήκα κατευθείαν σε μία αγορά εργασίας, όπου δεν υπήρχε το "ελληνικό φαινόμενο" με τον εργοδότη πάνω από το κεφάλι σου. Ήταν λίγο πιο χαλαρά και υπήρχε πολύ πιο εύκολη εξέλιξη. Ανά ενάμιση χρόνο άλλαζα δουλειές με καλύτερους μισθούς».
«Από την πρώτη μου δουλειά στην Αγγλία έπαιρνα 15.000 λίρες τον χρόνο, πολύ λίγα για τις συνθήκες ζωής εδώ. Όλος ο μισθός πήγαινε στο ενοίκιο, όμως έβλεπα ότι είμαι σε μία αγορά εργασίας, όπου, αν είσαι καλός, θα εξελιχθείς, θα σε προσλάβουν σε άλλες δουλειές, θα κάνεις συνεντεύξεις και δεν θα μείνεις 20 χρόνια στον ίδιο ρόλο. Έκανα το ωράριό μου και έφευγα, δεν με έπαιρναν τηλέφωνο εκτός δουλειάς, δεν είχα άλλα τρεξίματα κλπ», λέει.
«Έβλεπα επίσης τις συνθήκες στον τομέα μου: Δεν με ενδιέφερε να ανοίξω γραφείο, αλλά να ασχοληθώ με άτομα με θέματα ψυχικής υγείας, εξαρτήσεις κλπ, όμως στην Ελλάδα όλο αυτό παραπαίει. Μιλούσα με παλιούς συνεργάτες, μού έλεγαν ότι η κατάσταση ήταν χάλια, δεν υπήρχε προσωπικό, οπότε για ποιον λόγο να γύριζα», εξηγεί.
Η Κλεοπάτρα εργάζεται σε δομή για εξαρτημένους και αστέγους σε Δήμο στο Λονδίνο και είναι επικεφαλής τμήματος οκτώ ατόμων. «Εδώ το σύστημα είναι πιο κοινωνικό και βοηθάει αυτόν τον κόσμο, οπότε τα χρόνια περνούσαν και η Ελλάδα απομακρυνόταν από εμένα και τους στόχους μου», τονίζει.
Διαβάστε ακόμα: Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας: «Κοινωνική συμφωνία» υπέρ ή κατά των εργαζομένων;
«Ήδη από τον πρώτο χρόνο, τον Σεπτέμβριο μετά τις διακοπές, άρχισε να απομακρύνεται το ενδεχόμενο επιστροφής μου, αν και έχω φλερτάρει πολλές φορές με την ιδέα. Πλέον έχω σπίτι εδώ και κάθε χρόνο υπάρχει μία μικρή μισθολογική αύξηση από το κράτος και το σωματείο. Αν γύριζα στην Ελλάδα θα ήταν για 1.000 ευρώ, ενώ όσοι γνωρίζω, δουλεύουν όλη μέρα, παρόλο που η αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί λίγο», αφηγείται και συνεχίζει:
«Επίσης, αν επέστρεφα, δεν θα επέλεγα να δουλέψω για Έλληνα εργοδότη. Θα κοίταζα για παράδειγμα κάποιον διακανονισμό με την τωρινή μου δουλειά για εξ αποστάσεως εργασία. Αν βέβαια άλλαζαν κάποια πράγματα - οικογενειακά ή άλλα - θα το σκεφτόμουν σε διαφορετικό βαθμό, αλλά και πάλι δεν ξέρω τι ποιότητα ζωής θα είχα, παρόλο που η ζωή στην Αγγλία έχει ακριβύνει πολύ».
«Από τη στιγμή που ζω μόνη, τα βγάζω πέρα, ωστόσο αν έπαιρνα χρήματα όπως όταν πρωτοξεκίνησα, θα αντιμετώπιζα προβλήματα», σημειώνει, αν και κατά την ίδια, μετά το Brexit η κατάσταση στην αγορά εργασίας δεν είναι τόσο εύκολη. Παρόλα αυτά, «υπάρχει κρατική παροχή σε κάποια θέματα που δεν ξέρω κατά πόσο υφίσταται στην Ελλάδα».
Οι γονείς της Κλεοπάτρας παρακίνησαν την ίδια και την αδερφή της να φύγουν στο εξωτερικό, προκειμένου να δουν έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, πέρα από την Ελλάδα. «"Πάτε, δείτε αν σας κάνει και αν όχι γυρίζετε", μάς έλεγαν».
Κάπως έτσι, «η ενηλικίωσή μου ήρθε όταν έμεινε μόνιμα στη Γλασκώβη, καθώς μέχρι τα 23 έμενα στο πατρικό μου και δεν χρειαζόταν να ανησυχώ τι θα κάνω ή τι θα φάω. Ουσιαστικά ενηλικιώθηκα όταν έφυγα».
Όπως ο Στέλιος, έτσι και η Κλεοπάτρα αναφέρεται στην πρωτοβουλία «Rebrain Greece». Κατά την ίδια, «οι επιχειρήσεις σχετίζονται περισσότερο με τα χρηματοοικονομικά, όμως ένα μικρό ποσοστό από τους Έλληνες εδώ εργάζεται σε αυτόν τον τομέα. Δεν ξέρω ακριβώς τι κάνουν ακριβώς αυτοί που γυρίζουν. Φαντάζομαι ότι αν είσαι IT σε τράπεζα θα βρεις κάτι καλό, αλλά μέχρι εκεί.
Σε άλλους τομείς όμως που αφορούν την κοινωνική πρόνοια δεν είμαι σίγουρη αν θα μπορέσεις ποτέ να ξεπεράσεις τα 1.100 - 1.200 ευρώ, οπότε αυτό που "πουλάνε" δεν το "αγοράζω", γιατί είναι για ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό».

Ζωή: «Είναι αποθαρρυντικό το πώς αντιμετωπίζουν κάποιον με πτυχίο στην Ελλάδα»
Η Ζωή, 25 ετών, τελείωσε Αγγλική Φιλολογία στο ΑΠΘ και μετακόμισε στις Βρυξέλλες τον Σεπτέμβριο του 2024 για μεταπτυχιακές σπουδές στην Πολιτισμική Επικοινωνία, ωστόσο μένει πλέον μόνιμα στην πρωτεύουσα του Βελγίου, όπου πλέον εργάζεται.
Ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα πράγματα θυμίζει αρκετά την οπτική της Κλεοπάτρας όταν μετακόμιζε στη Βρετανία. «Ήξερα ότι δεν ήθελα να ασχοληθώ με τη διδασκαλία, και έπρεπε να κοιτάξω για άλλη κατεύθυνση, αλλά στην Ελλάδα οι μόνες επιλογές ήταν καθηγήτρια αγγλικής φιλολογίας ή μεταφράστρια που δεν πληρώνεται καλά», εξηγεί στο Reader.gr.
«Μετά από συζητήσεις με άτομα που σπουδάσαμε το ίδιο ή κάτι παρόμοιο και είχαν φύγει στο εξωτερικό ή εργάζονταν στην Ελλάδα, εξέτασα τις επιλογές μου, βρήκα το συγκεκριμένο μεταπτυχιακό, ήταν πάνω σε αυτό ήθελα να κάνω και έφυγα», αφηγείται.
Για τη Ζωή το μεταπτυχιακό «ήταν αφορμή να γίνω πιο ευέλικτη όσον αφορά τη δουλειά εκτός δασκαλίας και όχι με το σκεπτικό να μείνω για να εργαστώ. Δουλειά εξάλλου βρήκα μετά από περίπου 1,5 χρόνο σε μια εταιρία επικοινωνίας και εκδηλώσεων που προέκυψε από την πρακτική και μάλιστα μετά από 10 μήνες με "αυθόρμητη" αίτηση».
«Φεύγοντας, είχα σκεφτεί ότι θέλω μεταπτυχιακό με υποχρεωτική πρακτική, γιατί σκεφτόμουν ότι, αν μείνω στο εξωτερικό, πρέπει να έχω εμπειρία. Αν πάλι γύριζα, ας είχα την εμπειρία για την Ελλάδα», λέει.
Όμως η επιστροφή δεν βρίσκεται στα άμεσα σχέδια της Ζωής: «Στο άμεσο μέλλον δεν θα γύριζα, καθώς μόλις υπέγραψα τη σύμβαση στη δουλειά. Από την άλλη το "μόνιμο" και το αν σκέφτομαι τον εαυτό μου "για πάντα" στο Βέλγιο, μού ακούγονται κάπως...».
Η ίδια κοίταζε πάντα προς το εξωτερικό. Πήγε erasmus, πέραν των αγγλικών τής άρεσαν οι γλώσσες και ήθελε να σπουδάσει σε άλλη χώρα, ενώ πλέον βλέπει τον εαυτό της «πιο ενήλικο», από τη στιγμή μάλιστα που εργάζεται. Η ζωή της άλλαξε, καθώς μένει για πρώτη φορά μόνη της. Στο πατρικό της, όπως λέει, πάντα υπήρχε κάποιο άλλο άτομο.
«Είναι άλλη η ψυχολογία όταν ξέρεις ότι θα πας για erasmus ή μεταπτυχιακό και άλλη όταν εργάζεσαι, ανοίγεις λογαριασμό σε τράπεζα και πρέπει να κάνεις ασφάλεια υγείας. Όταν εγκατασταθείς σε μία χώρα με αυτούς τους όρους, είσαι πολίτης της, "taxpayer", κάτι που έχει πάρα πολλές διαδικασίες και κάνεις τα πάντα πιο συνειδητά», εξηγεί.
Η Ζωή είχε «πλούσια» εργασιακή εμπειρία και στην Ελλάδα: Σε φροντιστήριο, σεζόν σε Σαντορίνη και Χαλκιδική, πωλήτρια, υποδοχή σε ξενοδοχείο και εστιατόριο.
«Έβλεπα ότι οι επιλογές είναι συγκεκριμένες, λίγο πολύ 10 πράγματα. Πρέπει να είσαι τυχερός για να βρεις αυτό το ενδέκατο. Ο μισθός είναι χαμηλός και οι συνθήκες εργασίας δεν είναι καλές. Είναι επίσης αποθαρρυντικό το πώς αντιμετωπίζουν κάποιον με πτυχίο», τονίζει.
Λέει ότι τής αρέσουν οι Βρυξέλλες. «Έχεις πολλές επιλογές και πάντα υπάρχει κάτι να κάνεις. Είναι μια πόλη ζωντανή, αλλά και μικρή, κάτι που για εμένα είναι πολύ σημαντικό».
Το μόνο που τη δυσκολεύει ακόμη είναι το κοινωνικό περιβάλλον, αν και έχει νέους φίλους που μπορεί να τούς συναντάει συχνά. Βέβαια, «όταν μιλάω με τα παιδιά στην Ελλάδα, δεν βλέπω μεγάλη διαφορά όσον αφορά τις εξόδους, παρά το ότι βρίσκονται όλοι στη Θεσσαλονίκη».
Συστήνει πάντως σε όποιον σκέφτει να πάει στο εξωτερικό, να το κάνει. «Ειδικά αν είσαι νέος και έχει τη δυνατότητα να το κάνεις, δοκίμασέ το. Δοκίμασε την εμπειρία να έρθεις, να προσπαθήσεις να επιβιώσεις σε μια ξένη χώρα, να δεις άλλα πράγματα και άλλο τρόπο ζωής, να γνωρίσεις ανθρώπους με διαφορετικό υπόβαθρο».
Και η Ζωή εμφανίζεται προβληματισμένη για την εξέλιξη της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα: «Αν ήξερα ότι θα έχω καλή δουλειά, θα ήταν πιο εύκολο να γυρίσω. Όταν είσαι σε μια εταιρία στο εξωτερικό και βλέπεις πώς αντιμετωπίζουν εσένα και τη δουλειά σου, είναι δύσκολο να προσαρμοστείς στην εργασιακή κουλτούρα και στην ποιότητα ζωής της Ελλάδας».

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.